Gloss: to doubt
Transliteration: distazō
Strong’s: G1365
διστάζω
(δίς),
to doubt, hesitate: Mat.14:31 28:17.†
<re>SYN.: ἀπορέω, διαπορέω, διακρίνομαι, μετεωρίζομαι (see DCG, i, 491) </re> (AS)
(δίς),
to doubt, hesitate: Mat.14:31 28:17.†
<re>SYN.: ἀπορέω, διαπορέω, διακρίνομαι, μετεωρίζομαι (see DCG, i, 491) </re> (AS)